Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unintended
01
ακούσιος, απρόβλεπτος
happening without being planned or deliberately caused
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unintended
συγκριτικός βαθμός
more unintended
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The social media campaign had unintended consequences, sparking controversy and backlash.
Η καμπάνια στα κοινωνικά δίκτυα είχε ακούσιες συνέπειες, προκαλώντας διαμάχη και αντιδράσεις.
Λεξικό Δέντρο
unintended
intended
intend



























