unintended
Pronunciation
/ˌənɪnˈtɛndɪd/

Ορισμός και σημασία του "unintended"στα αγγλικά

unintended
01

ακούσιος, απρόβλεπτος

happening without being planned or deliberately caused
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unintended
συγκριτικός βαθμός
more unintended
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The social media campaign had unintended consequences, sparking controversy and backlash.
Η καμπάνια στα κοινωνικά δίκτυα είχε ακούσιες συνέπειες, προκαλώντας διαμάχη και αντιδράσεις.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store