uninspired
Pronunciation
/ˌənɪnˈspaɪɝd/

Ορισμός και σημασία του "uninspired"στα αγγλικά

uninspired
01

χωρίς έμπνευση, λίγο ενθουσιώδης

showing little enthusiasm, interest, or drive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most uninspired
συγκριτικός βαθμός
more uninspired
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The uninspired employee rarely contributed ideas in meetings.
Ο απνευμάτιστος υπάλληλος σπάνια συνεισέφερε ιδέες στις συναντήσεις.
02

χωρίς έμπνευση, μη πρωτότυπος

lacking originality or creativity
Παραδείγματα
His uninspired jokes failed to make anyone laugh.
Τα άνευ έμπνευσης αστεία του απέτυχαν να κάνουν κανέναν να γελάσει.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store