unflavored
Pronunciation
/ʌnflˈeɪvɚd/
unflavoured

Ορισμός και σημασία του "unflavored"στα αγγλικά

unflavored
01

άγευστος, άνοστος

lacking any distinct taste or flavor
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unflavored
συγκριτικός βαθμός
more unflavored
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The recipe called for unflavored broth, allowing the other ingredients to shine through.
Η συνταγή ζητούσε άγευστο ζωμό, επιτρέποντας στα άλλα συστατικά να λάμψουν.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store