Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
insipid
01
άνοστος, ανούσιος
describing food that has no flavor or taste
Παραδείγματα
The sauce was so insipid that it barely complemented the dish.
Η σάλτσα ήταν τόσο άνοστη που μόλις συμπλήρωνε το πιάτο.
Παραδείγματα
The play received mixed reviews, with critics describing it as insipid and lacking in emotional depth or intellectual stimulation.
Το έργο έλαβε ανάμεικτες κριτικές, με τους κριτικούς να το περιγράφουν ως άνοστο και στερούμενο συναισθηματικού βάθους ή πνευματικής διέγερσης.
Λεξικό Δέντρο
insipidly
insipidness
insipid



























