insipid
in
ɪn
in
si
ˈsɪ
si
pid
pɪd
pid

Ορισμός και σημασία του "insipid"στα αγγλικά

01

άνοστος, ανούσιος

describing food that has no flavor or taste 
insipid definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most insipid
συγκριτικός βαθμός
more insipid
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The soup was insipid, lacking any seasoning or depth of flavor. 

Η σούπα ήταν άνοστη, χωρίς καμία καρύκευση ή βάθος γεύσης.

02

άνοστος, βαρετός

lacking in interest, excitement, or vitality 
Παραδείγματα
The novel received poor reviews due to its insipid plot and lackluster characters. 

Το μυθιστόρημα έλαβε κακές κριτικές λόγω της άνοστης πλοκής και των άτολμων χαρακτήρων.

Λεξικό Δέντρο

insipidly
insipidness
insipid
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store