unfinished
un
ˌʌn
an
fi
ˈfɪ
fi
nished
nɪʃt
nisht
unpunishedunfurnished

Ορισμός και σημασία του "unfinished"στα αγγλικά

unfinished
01

ανολοκλήρωτο, μη ολοκληρωμένο

not yet completed 
unfinished definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unfinished
συγκριτικός βαθμός
more unfinished
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The unfinished painting displayed only the artist's initial sketches. 

Ο ανολοκλήρωτος πίνακας έδειχνε μόνο τα αρχικά σκίτσα του καλλιτέχνη.

02

ανολοκλήρωτο, μη τελειωμένο

not brought to the desired final state 
03

ανολοκλήρωτο, ατελές

lacking a surface finish such as paint 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store