Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unfinished
01
ανολοκλήρωτο, μη ολοκληρωμένο
not yet completed
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unfinished
συγκριτικός βαθμός
more unfinished
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The unfinished painting displayed only the artist's initial sketches.
Ο ανολοκλήρωτος πίνακας έδειχνε μόνο τα αρχικά σκίτσα του καλλιτέχνη.
02
ανολοκλήρωτο, μη τελειωμένο
not brought to the desired final state
03
ανολοκλήρωτο, ατελές
lacking a surface finish such as paint
Λεξικό Δέντρο
unfinished
finished
finish



























