unfeigned
un
ʌn
αν
feigned
ˈfeɪnd
φεινντ
/ʌnfˈe‍ɪnd/

Ορισμός και σημασία του "unfeigned"στα αγγλικά

01

ειλικρινής, γνήσιος

without any pretense in feelings or expressions
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unfeigned
συγκριτικός βαθμός
more unfeigned
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The artist poured unfeigned emotion onto the canvas, creating a masterpiece that resonated with viewers.
Ο καλλιτέχνης ρίχνει αυθόρμητο συναίσθημα στον καμβά, δημιουργώντας ένα αριστούργημα που αντηχεί με τους θεατές.

Λεξικό Δέντρο

unfeignedly
unfeigned
feigned
feign
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store