unfeigned
un
ˌʌn
an
feigned
ˈfeɪnd
feind
unsigned

Ορισμός και σημασία του "unfeigned"στα αγγλικά

01

ειλικρινής, γνήσιος

without any pretense in feelings or expressions 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unfeigned
συγκριτικός βαθμός
more unfeigned
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His unfeigned appreciation for the thoughtful gift was evident in his heartfelt thank you. 

Η ειλικρινής του εκτίμηση για το στοχαστικό δώρο ήταν εμφανής στην εγκάρδια ευχαριστία του.

Λεξικό Δέντρο

unfeignedly
unfeigned
feigned
feign
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store