Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sincere
01
ειλικρινής
(of statements, feelings, beliefs, or behavior) showing what is true and honest, based on one's real opinions or feelings
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most sincere
συγκριτικός βαθμός
more sincere
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Her sincere apology made me feel better about the misunderstanding.
Η ειλικρινής της συγγνώμη με έκανε να νιώθω καλύτερα για την παρεξήγηση.
Λεξικό Δέντρο
insincere
sincerely
sincerity
sincere



























