Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Sinecure
01
σινεκούρα, άνετη θέση
a position that is not demanding or difficult but pays well
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
sinecures
Παραδείγματα
Despite having little responsibility, the director's position at the company was considered a sinecure due to its generous salary and minimal workload.
Παρά την ελάχιστη ευθύνη, η θέση του διευθυντή στην εταιρεία θεωρούνταν σινεκούρι λόγω του γενναιόδωρου μισθού και του ελάχιστου φόρτου εργασίας.
02
σινεκούρα, εκκλησιαστική θέση χωρίς ευθύνες
a church paid position that requires little or no responsibility, especially one without spiritual or pastoral duties
Παραδείγματα
He was granted a sinecure that paid well but demanded no sermons or parish visits.
Του χορηγήθηκε μια σινεκούρα που πλήρωνε καλά αλλά δεν απαιτούσε κηρύγματα ή ενοριακές επισκέψεις.



























