Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unfinished
01
ανολοκλήρωτο, μη ολοκληρωμένο
not yet completed
Παραδείγματα
The unfinished symphony remained a testament to the composer's untimely death.
Η ανολοκλήρωτη συμφωνία παρέμεινε μαρτυρία για τον πρόωρο θάνατο του συνθέτη.
02
ανολοκλήρωτο, μη τελειωμένο
not brought to the desired final state
03
ανολοκλήρωτο, ατελές
lacking a surface finish such as paint
Λεξικό Δέντρο
unfinished
finished
finish



























