unfinished
Pronunciation
/ənˈfɪnɪʃt/

Ορισμός και σημασία του "unfinished"στα αγγλικά

unfinished
01

ανολοκλήρωτο, μη ολοκληρωμένο

not yet completed
unfinished definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unfinished
συγκριτικός βαθμός
more unfinished
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The unfinished symphony remained a testament to the composer's untimely death.
Η ανολοκλήρωτη συμφωνία παρέμεινε μαρτυρία για τον πρόωρο θάνατο του συνθέτη.
02

ανολοκλήρωτο, μη τελειωμένο

not brought to the desired final state
03

ανολοκλήρωτο, ατελές

lacking a surface finish such as paint
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store