unbounded
un
ʌn
an
boun
ˈbaʊn
bawn
ded
dɪd
did
unsoundedunroundedunbandedunbranded

Ορισμός και σημασία του "unbounded"στα αγγλικά

01

απεριόριστος, χωρίς όρια

having no limits or boundaries 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unbounded
συγκριτικός βαθμός
more unbounded
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
scope, potential, abstraction
Παραδείγματα
Her creativity seemed unbounded, always coming up with new and innovative ideas. 

Η δημιουργικότητά της φαινόταν απεριόριστη, πάντα με νέες και καινοτόμες ιδέες.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

unbounded
bounded
bound
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store