unborn
un
ʌn
an
born
ˈbɔ:n
bawn
inborn

Ορισμός και σημασία του "unborn"στα αγγλικά

01

αγέννητος, που δεν έχει γεννηθεί ακόμα

not yet having been born or brought to life, typically referring to a developing fetus during pregnancy 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The ultrasound revealed the features of the unborn baby. 

Ο υπέρηχος αποκάλυψε τα χαρακτηριστικά του αγέννητου μωρού.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store