Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unbothered
01
ατάραχος, αδιάφορος
not worried, concerned, or affected by something that might typically cause disturbance
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unbothered
συγκριτικός βαθμός
more unbothered
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Despite the heavy criticism, she remained unbothered and continued with her project confidently.
Παρά τις έντονες κριτικές, παρέμεινε ατάραχη και συνέχισε με το έργο της με αυτοπεποίθηση.
Λεξικό Δέντρο
unbothered
bothered
bother



























