Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unblinking
01
ακίνητος, ατάραχος
not blinking one's eyes, often indicating intense concentration, focus, or a lack of emotion
Παραδείγματα
The guard 's unblinking gaze made the intruder uneasy.
Το ακούνητο βλέμμα του φύλακα έκανε τον εισβολέα να νιώθει αμήχανα.
02
ακλόνητος, αμετακίνητος
showing no hesitation or fear when faced with danger, difficulty, or challenge
Παραδείγματα
They entered the courtroom unblinking, ready to defend their case.
Μπήκαν στην αίθουσα του δικαστηρίου χωρίς να ανοιγοκλείσουν τα μάτια τους, έτοιμοι να υπερασπιστούν την υπόθεσή τους.
Λεξικό Δέντρο
unblinkingly
unblinking
blinking
blink



























