Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unbiased
01
αμερόληπτος, ουδέτερος
not having favoritism or prejudice toward any particular side or viewpoint
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unbiased
συγκριτικός βαθμός
more unbiased
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The journalist presented the news story in an unbiased manner, reporting all sides of the story objectively.
Ο δημοσιογράφος παρουσίασε την ειδησεογραφική ιστορία με αμερόληπτο τρόπο, αναφέροντας όλες τις πλευρές της ιστορίας αντικειμενικά.
02
αμερόληπτος, ουδέτερος
without bias
Λεξικό Δέντρο
unbiased
biased
bias



























