Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unbiased
01
αμερόληπτος, ουδέτερος
not having favoritism or prejudice toward any particular side or viewpoint
Παραδείγματα
The committee members were chosen for their ability to provide unbiased evaluations of the proposals.
Τα μέλη της επιτροπής επιλέχθηκαν για την ικανότητά τους να παρέχουν αμερόληπτες αξιολογήσεις των προτάσεων.
02
αμερόληπτος, ουδέτερος
without bias
Λεξικό Δέντρο
unbiased
biased
bias



























