Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to unbind
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
unbind
γ΄ ενικό πρόσωπο
unbinds
ενεστώτα μετοχή
unbinding
απλός αόριστος
unbound
παθητική μετοχή
unbound
Παραδείγματα
The horse was unbound from the post and allowed to roam the pasture.
Το άλογο αποδεσμεύτηκε από το στύλο και του επετράπη να περιφέρεται στην βοσκή.
Λεξικό Δέντρο
unbind
bind



























