to unbind
Pronunciation
/ʌnbˈaɪnd/
unbound

Ορισμός και σημασία του "unbind"στα αγγλικά

to unbind
01

ξεδένω, απελευθερώνω

to release from being tied or bound

free

Transitive: to unbind sb/sth
to unbind definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
unbind
γ΄ ενικό πρόσωπο
unbinds
ενεστώτα μετοχή
unbinding
απλός αόριστος
unbound
παθητική μετοχή
unbound
Παραδείγματα
The horse was unbound from the post and allowed to roam the pasture.
Το άλογο αποδεσμεύτηκε από το στύλο και του επετράπη να περιφέρεται στην βοσκή.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store