Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to unbind
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
unbind
γ΄ ενικό πρόσωπο
unbinds
ενεστώτα μετοχή
unbinding
απλός αόριστος
unbound
παθητική μετοχή
unbound
Παραδείγματα
After reaching the shore, the sailors worked together to unbind the cargo from the ship.
Μετά την άφιξη στην ακτή, οι ναυτικοί συνεργάστηκαν για να ξεδέσουν το φορτίο από το πλοίο.
Λεξικό Δέντρο
unbind
bind



























