Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unbridgeable
01
αδιάβατος, απροσπέλαστος
not bridgeable
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
gap, difference, conflict
02
απροσπέλαστος, ανυπέρβλητος
put into a different code; rearrange mentally
03
αδιάβατος, ασυμβίβαστος
(of a difference between people or their ideas) unable to be closed or made smaller because of being major
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
unbridgeable
bridgeable
bridge



























