Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unbuttoned
01
ξεκομμένο, μη κουμπωμένο
not fastened with buttons
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unbuttoned
συγκριτικός βαθμός
more unbuttoned
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He wore an unbuttoned jacket over his sweater.
Φορούσε ένα ξεκόλλητο σακάκι πάνω από το πουλόβερ του.
02
χαλαρός, ανεπίσημος
relaxed and informal
Παραδείγματα
His unbuttoned attitude made the conversation feel natural.
Η χαλαρή του στάση έκανε τη συζήτηση να φαίνεται φυσική.



























