unceasing
unc
ˌʌnk
ank
ea
i:
i
sing
zɪng
zing
unpleasing

Ορισμός και σημασία του "unceasing"στα αγγλικά

01

αδιάκοπος, ακατάπαυστος

continuing without stopping or pausing 
unceasing definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unceasing
συγκριτικός βαθμός
more unceasing
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The unceasing rain flooded the streets and caused traffic delays. 

Η αδιάκοπη βροχή πλημμύρισε τους δρόμους και προκάλεσε καθυστερήσεις στην κυκλοφορία.

02

αδιάκοπος, ακατάπαυστος

continuing forever or for an indefinite period of time 
Παραδείγματα
His unceasing efforts to solve the problem eventually led to a breakthrough. 

Οι αδιάκοπες προσπάθειές του να λύσει το πρόβλημα οδήγησαν τελικά σε μια ανακάλυψη.

Λεξικό Δέντρο

unceasingly
unceasing
cease
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store