Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to uncase
01
γδύνομαι, απογυμνώνομαι
get undressed
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
uncase
γ΄ ενικό πρόσωπο
uncases
ενεστώτα μετοχή
uncasing
απλός αόριστος
uncased
παθητική μετοχή
uncased
Λεξικό Δέντρο
uncase
case



























