Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unceasing
01
αδιάκοπος, ακατάπαυστος
continuing without stopping or pausing
Παραδείγματα
The unceasing noise from the city made it hard for them to sleep at night.
Ο αδιάκοπος θόρυβος από την πόλη τους έκανε δύσκολο να κοιμηθούν τη νύχτα.
02
αδιάκοπος, ακατάπαυστος
continuing forever or for an indefinite period of time
Παραδείγματα
The unceasing vigilance of the security team ensured the event remained safe.
Η αδιάκοπη εγρήγορση της ομάδας ασφαλείας διασφάλισε ότι η εκδήλωση παρέμεινε ασφαλής.
Λεξικό Δέντρο
unceasingly
unceasing
cease



























