Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unbounded
01
απεριόριστος, χωρίς όρια
having no limits or boundaries
Παραδείγματα
Their unbounded optimism about the project kept the team motivated through tough times.
Ο απεριόριστος αισιόδοξος προβληματισμός τους για το έργο κράτησε την ομάδα παρακινημένη σε δύσκολες στιγμές.
Λεξικό Δέντρο
unbounded
bounded
bound



























