unbounded
un
ʌn
αν
boun
ˈbaʊn
μπαουν
ded
dəd
νταντ
/ʌnbˈa‍ʊndɪd/

Ορισμός και σημασία του "unbounded"στα αγγλικά

01

απεριόριστος, χωρίς όρια

having no limits or boundaries
Παραδείγματα
Their unbounded optimism about the project kept the team motivated through tough times.
Ο απεριόριστος αισιόδοξος προβληματισμός τους για το έργο κράτησε την ομάδα παρακινημένη σε δύσκολες στιγμές.

Λεξικό Δέντρο

unbounded
bounded
bound
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store