boundless
bound
ˈbaʊnd
bawnd
less
ləs
lēs
boughless

Ορισμός και σημασία του "boundless"στα αγγλικά

01

απέραντος, απεριόριστος

without any limits or boundaries 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most boundless
συγκριτικός βαθμός
more boundless
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
space, extent, nature
Παραδείγματα
The explorer was captivated by the boundless expanse of the desert. 

Ο εξερευνητής γοητεύτηκε από την απέραντη έκταση της ερήμου.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

boundlessly
boundlessness
boundless
bound
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store