Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
boundless
01
απέραντος, απεριόριστος
without any limits or boundaries
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most boundless
συγκριτικός βαθμός
more boundless
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The explorer was captivated by the boundless expanse of the desert.
Ο εξερευνητής γοητεύτηκε από την απέραντη έκταση της ερήμου.
Λεξικό Δέντρο
boundlessly
boundlessness
boundless
bound



























