Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
boundless
01
απέραντος, απεριόριστος
without any limits or boundaries
Παραδείγματα
His boundless creativity led to groundbreaking innovations in the field of technology.
Η απέραντη δημιουργικότητά του οδήγησε σε πρωτοποριακές καινοτομίες στον τομέα της τεχνολογίας.
Λεξικό Δέντρο
boundlessly
boundlessness
boundless
bound



























