boundless
bound
ˈbaʊnd
μπαουνντ
less
ləs
λασ
/bˈa‍ʊndləs/

Ορισμός και σημασία του "boundless"στα αγγλικά

01

απέραντος, απεριόριστος

without any limits or boundaries
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most boundless
συγκριτικός βαθμός
more boundless
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His boundless creativity led to groundbreaking innovations in the field of technology.
Η απέραντη δημιουργικότητά του οδήγησε σε πρωτοποριακές καινοτομίες στον τομέα της τεχνολογίας.

Λεξικό Δέντρο

boundlessly
boundlessness
boundless
bound
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store