Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to trespass
01
εισβάλλω, προσβάλλω
to enter someone's land or building without permission
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
trespass
γ΄ ενικό πρόσωπο
trespasses
ενεστώτα μετοχή
trespassing
απλός αόριστος
trespassed
παθητική μετοχή
trespassed
Παραδείγματα
Despite the warning signs, he chose to trespass onto the private property, ignoring the owner's rights.
Παρά τα σημάδια προειδοποίησης, επέλεξε να παραβιάσει την ιδιωτική περιουσία, αγνοώντας τα δικαιώματα του ιδιοκτήτη.
02
παραβιάζω, υπερβαίνω
to pass beyond established boundaries or limits
Παραδείγματα
He trespassed the boundaries of the agreement.
Υπερέβη τα όρια της συμφωνίας.
03
παραβιάζω, παραβαίνω
to violate the law
Παραδείγματα
He trespassed by driving without a license.
Παραβίασε τον νόμο οδηγώντας χωρίς άδεια.
04
αμαρτάνω, παραβαίνω
to commit a sin or breach moral law
Παραδείγματα
He felt he had trespassed against his conscience.
Ένιωθε ότι είχε αμαρτήσει ενάντια στη συνείδησή του.
05
καταχρώμαι, υπερβαίνω
to make excessive or improper use of something
Παραδείγματα
He trespassed on the patience of his colleagues.
Αυτός κατάχρησε την υπομονή των συναδέλφων του.
Trespass
01
παράνομη είσοδος, παραβίαση ιδιοκτησίας
unlawful entry onto another's property
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
trespasses
Παραδείγματα
The farmer filed a complaint for trespass after finding footprints on his land.
Ο αγρότης υπέβαλε καταγγελία για παράνομη είσοδο αφού βρήκε πατημασιές στη γη του.
02
παραβίαση ιδιοκτησίας, παράβαση
a wrongful interference with another's lawful possession of land or property
Παραδείγματα
The court ruled the construction amounted to a trespass.
Το δικαστήριο αποφάσισε ότι η κατασκευή ισοδυναμούσε με trespass.
Λεξικό Δέντρο
trespasser
trespassing
trespass



























