Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Stew
01
κατσαρόλα, στιφάδο
a dish of vegetables or meat cooked at a low temperature in liquid in a closed container
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
stews
Παραδείγματα
She simmered a hearty beef stew on the stove, filling the kitchen with mouthwatering aromas.
Έβραζε ένα χορταστικό στιφάδο βοδινού στη σόμπα, γεμίζοντας την κουζίνα με οσμές που ανοίγουν την όρεξη.
02
ανησυχία, αγωνία
a state of agitation, worry, or persistent anxiety
Παραδείγματα
He was in a stew over the upcoming exam.
Ήταν σε κατάσταση ανησυχίας για την επερχόμενη εξέταση.
to stew
01
συκώσιμο, μαγείρεμα σε χαμηλή θερμοκρασία
to cook something at a low temperature in liquid in a closed container
Transitive: to stew ingredients
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
stew
γ΄ ενικό πρόσωπο
stews
ενεστώτα μετοχή
stewing
απλός αόριστος
stewed
παθητική μετοχή
stewed
Παραδείγματα
Stew the beef with vegetables and broth in a slow cooker for several hours until it's tender.
Σιγοβράστε το βοδινό με λαχανικά και ζωμό σε μια αργή κουζίνα για αρκετές ώρες μέχρι να μαλακώσει.
1.1
σβήνω, μαγειρεύω σε χαμηλή θερμοκρασία
to become cooked at a low temperature in liquid in a closed container
Intransitive
Παραδείγματα
The vegetables stew in their own juices as they cook on the stove.
Τα λαχανικά σιγοβράζουν στα δικά τους χυμούς καθώς μαγειρεύονται στη σόμπα.
02
σκαλίζω, ανησυχώ
to continuously worry or allow a problem to linger in one's mind, causing discomfort or anxiety
Intransitive: to stew about sth | to stew over sth
Παραδείγματα
She stewed over the argument she had with her friend, replaying it in her mind.
Αυτή αναμασούσε τη διαφωνία που είχε με τη φίλη της, επαναλαμβάνοντάς τη στο μυαλό της.



























