Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
stark
01
σκληρός, αμείλικτος
harsh and often causing discomfort or shock
Παραδείγματα
The stark truth about the situation made it hard for anyone to ignore.
Η σκληρή αλήθεια για την κατάσταση την έκανε δύσκολο να αγνοηθεί από οποιονδήποτε.
Παραδείγματα
The stark simplicity of the design made it stand out among the more complex options.
Η απόλυτη απλότητα του σχεδίου το έκανε να ξεχωρίζει μεταξύ των πιο πολύπλοκων επιλογών.
Παραδείγματα
A stark landscape stretched out before them, barren and lifeless.
Ένα αποστειρωμένο τοπίο εκτεινόταν μπροστά τους, άγονο και άψυχο.
stark
01
πλήρως, ολοκληρωτικά
in a complete or total manner, often with a sense of harshness or clarity
Παραδείγματα
The room was stark cold after the power outage.
Το δωμάτιο ήταν εντελώς κρύο μετά την πτώση της ενέργειας.
Λεξικό Δέντρο
starkly
starkness
stark



























