minimalist
mi
ˈmɪ
mi
ni
ni
ma
list
lɪst
list

Ορισμός και σημασία του "minimalist"στα αγγλικά

01

ελαχιστοποιητής

a person who advocates minimalism in art, using very simple ideas, elements, etc. to create a form 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
minimalists
02

ελαχιστοποιητής, συντηρητικός που υποστηρίζει μόνο μικρές μεταρρυθμίσεις στην κυβέρνηση ή την πολιτική

a conservative who advocates only minor reforms in government or politics 
minimalist
01

μινιμαλιστικός

characterized by the use of a small number of ideas or elements 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most minimalist
συγκριτικός βαθμός
more minimalist
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The minimalist design of the apartment featured clean lines and uncluttered spaces. 

Το μινιμαλιστικό σχέδιο του διαμερίσματος περιελάμβανε καθαρές γραμμές και αταράχιστους χώρους.

02

ελαχιστοποιητικός

advocating minimal reforms (as in government or politics) 
03

μινιμαλιστικός, απλός

(of fashion styles) favoring simplicity, clean lines, and a limited color palette, avoiding excessive decoration or layering 
Παραδείγματα
Her minimalist outfit featured a black dress with no accessories. 

Η μινιμαλιστική της ενδυμασία περιελάμβανε ένα μαύρο φόρεμα χωρίς αξεσουάρ.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store