silent
si
ˈsaɪ
σαι
lent
lənt
λαντ
/ˈsaɪlənt/

Ορισμός και σημασία του "silent"στα αγγλικά

01

σιωπηλός, ήσυχος

having or making little or no sound
silent definition and meaning
Παραδείγματα
The silent library provided a peaceful environment for studying.
Η σιωπηλή βιβλιοθήκη παρείχε ένα ειρηνικό περιβάλλον για μελέτη.
1.1

σιωπηλός, άλαλος

(of a person) choosing to remain quiet or not express oneself verbally
Παραδείγματα
She remained silent, unsure of how to respond to the question.
Παρέμεινε σιωπηλή, αβέβαιη για το πώς να απαντήσει στην ερώτηση.
02

άφωνος, σιωπηλός

(of a letter) written but not pronounced in a word
Παραδείγματα
In " receipt, " the " p " is silent, making it sound like " re-ceet " rather than " re-sipt. "
Στο « receipt », το « p » είναι άφωνο, κάνοντάς το να ακούγεται σαν « re-ceet » και όχι « re-sipt ».
03

βουβός, σιωπηλός

(of a movie) lacking spoken dialogue
Παραδείγματα
The silent film was accompanied by a live piano score, enhancing the mood of the scenes.
Η βωβή ταινία συνοδεύτηκε από μια ζωντανή παρτιτούρα πιάνου, ενισχύοντας την ατμόσφαιρα των σκηνών.
04

σιωπηλός, αθόρυβος

operating in a way that goes unnoticed or without immediate recognition
Παραδείγματα
Carbon monoxide is a silent killer, as it has no smell and can be deadly without warning.
Το μονοξείδιο του άνθρακα είναι ένας σιωπηλός δολοφόνος, καθώς δεν έχει οσμή και μπορεί να είναι θανατηφόρος χωρίς προειδοποίηση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store