Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Silage
01
σιλαζ, ζωοτροφή σιλαζ
grass or other green crops that are harvested and stored without being dried to be fed to animals in winter
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Λεξικό Δέντρο
ensilage
silage



























