sikh
sikh
sik
σικ
/sˈiːk/

Ορισμός και σημασία του "sikh"στα αγγλικά

01

ένας Σιχ, οπαδός του Σιχισμού

a follower of Sikhism
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
Sikhs
01

Σιχ, σχετικός με τους Σιχ ή τις θρησκευτικές τους πεποιθήσεις και τα έθιμα

of or relating to the Sikhs or their religious beliefs and customs
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
κύριο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store