Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Sikh
01
ένας Σιχ, οπαδός του Σιχισμού
a follower of Sikhism
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
Sikhs
sikh
01
Σιχ, σχετικός με τους Σιχ ή τις θρησκευτικές τους πεποιθήσεις και τα έθιμα
of or relating to the Sikhs or their religious beliefs and customs
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
κύριο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
religion, culture, identity
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
sikhism
sikh



























