shiny
shi
ˈʃaɪ
σαι
ny
ni
νι
shinnyspinyshindy

Ορισμός και σημασία του "shiny"στα αγγλικά

01

λαμπερός, γυαλιστερός

bright and smooth in a way that reflects light 
shiny definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
shiniest
συγκριτικός βαθμός
shinier
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
appearance, perception, materials
Παραδείγματα
The newly waxed floors were shiny and smooth to the touch. 

Τα πρόσφατα γυαλισμένα πάτωμα ήταν λαμπερά και λεία στην αφή.

02

λαμπερός, αστραφτερός

bright with the rays of the sun or filled with light, creating a vibrant, glowing appearance 
Παραδείγματα
The shiny morning filled the room with warm sunlight. 

Το λαμπερό πρωί γέμισε το δωμάτιο με ζεστό ηλιακό φως.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

shininess
shiny
shine
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store