Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
shiny
01
λαμπερός, γυαλιστερός
bright and smooth in a way that reflects light
Παραδείγματα
The metallic buttons on his jacket caught the light, appearing shiny against the fabric.
Τα μεταλλικά κουμπιά στο σακάκι του έπιασαν το φως, εμφανίζοντας λαμπερά έναντι του υφάσματος.
Παραδείγματα
She loved sitting by the window on shiny days, soaking up the sunlight.
Αγαπούσε να κάθεται δίπλα στο παράθυρο τις λαμπερές μέρες, απορροφώντας το sunlight.
Λεξικό Δέντρο
shininess
shiny
shine



























