glistening
glist
ˈglɪs
glis
e
ə
ē
ning
nɪng
ning
glistering

Ορισμός και σημασία του "glistening"στα αγγλικά

glistening
01

λαμπερός, αστραφτερός

shining or sparkling with a bright, often wet or reflective surface 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most glistening
συγκριτικός βαθμός
more glistening
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The glistening dew on the grass sparkled in the morning sunlight. 

Η λαμπερή δροσιά στο γρασίδι λάμπει στο πρωινό ηλιακό φως.

Λεξικό Δέντρο

glistening
glisten
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store