glitch
glitch
glɪʧ
glich
gitch

Ορισμός και σημασία του "glitch"στα αγγλικά

01

βλάβη, σφάλμα

a fault or defect in a computer program, system, or machine 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
glitches
to glitch
01

παθαίνω βλάβη, χαλάω ξαφνικά

(of a machine or system) to suffer a sudden malfunction or fault that stops something from working correctly 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
glitch
γ΄ ενικό πρόσωπο
glitches
ενεστώτα μετοχή
glitching
απλός αόριστος
glitched
παθητική μετοχή
glitched

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

glitchy
glitch
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store