glitch
Pronunciation
/ˈɡɫɪtʃ/

Ορισμός και σημασία του "glitch"στα αγγλικά

01

βλάβη, σφάλμα

a fault or defect in a computer program, system, or machine
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
glitches
to glitch
01

παθαίνω βλάβη, χαλάω ξαφνικά

(of a machine or system) to suffer a sudden malfunction or fault that stops something from working correctly
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
glitch
γ΄ ενικό πρόσωπο
glitches
ενεστώτα μετοχή
glitching
απλός αόριστος
glitched
παθητική μετοχή
glitched

Λεξικό Δέντρο

glitchy
glitch
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store