Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Glitch
01
βλάβη, σφάλμα
a fault or defect in a computer program, system, or machine
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
glitches
to glitch
01
παθαίνω βλάβη, χαλάω ξαφνικά
(of a machine or system) to suffer a sudden malfunction or fault that stops something from working correctly
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
glitch
γ΄ ενικό πρόσωπο
glitches
ενεστώτα μετοχή
glitching
απλός αόριστος
glitched
παθητική μετοχή
glitched
Λεξικό Δέντρο
glitchy
glitch



























