Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
lustrous
01
λαμπρός, ακτινοβόλος
having an outstanding level of excellence achieved through dedicated effort and achievement
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most lustrous
συγκριτικός βαθμός
more lustrous
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She had a lustrous career on Broadway spanning decades.
Είχε μια λαμπρή καριέρα στο Μπρόντγουεϊ που διήρκεσε δεκαετίες.
02
λαμπερός, γυαλιστερός
having a smooth and shiny surface that reflects light, often appearing glossy or radiant
Παραδείγματα
The lustrous finish on the car made it stand out in the showroom.
Η γυαλιστερή ολοκλήρωση του αυτοκινήτου το έκανε να ξεχωρίζει στο σόουρουμ.
03
λαμπερός, αστραφτερός
having a captivating or appealing shine or glow
Παραδείγματα
Her hair cascaded down her shoulders in lustrous waves, reflecting the sunlight.
Τα μαλλιά της κυλούσαν στους ώμους της σε λαμπερά κύματα, αντανακλώντας το φως του ήλιου.



























