Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
lustrous
01
λαμπρός, ακτινοβόλος
having an outstanding level of excellence achieved through dedicated effort and achievement
Παραδείγματα
At just 25 years old, Jenny already has an extremely lustrous resume, having worked for some of the top design firms in the world.
Σε ηλικία μόλις 25 ετών, η Τζένι έχει ήδη ένα εξαιρετικά λαμπρό βιογραφικό, έχοντας εργαστεί για μερικές από τις κορυφαίες εταιρείες σχεδιασμού στον κόσμο.
02
λαμπερός, γυαλιστερός
having a smooth and shiny surface that reflects light, often appearing glossy or radiant
Παραδείγματα
The lustrous surface of the water reflected the moonlight, creating a magical scene.
Η λαμπερή επιφάνεια του νερού αντανακλούσε το φως του φεγγαριού, δημιουργώντας μια μαγική σκηνή.
03
λαμπερός, αστραφτερός
having a captivating or appealing shine or glow
Παραδείγματα
The polished marble floor gleamed with a lustrous shine, giving the room an elegant ambiance.
Το γυαλισμένο μαρμάρινο πάτωμα έλαμπε με μια λαμπερή λάμψη, δίνοντας στο δωμάτιο μια κομψή ατμόσφαιρα.



























