lust
lust
lʌst
last
justmustdustadust

Ορισμός και σημασία του "lust"στα αγγλικά

01

λαγνεία, επιθυμία

(in theology) excessive or self-indulgent sexual desire, considered a deadly sin 
lust definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
lusts
Παραδείγματα
Pride and lust were listed among the seven deadly sins. 

Η λαγνεία συγκαταλεγόταν στα επτά θανάσιμα αμαρτήματα.

02

επιθυμία, πόθος

a strong sexual attraction or desire for someone 
Παραδείγματα
He felt an intense lust for his partner. 

Ένιωσε μια έντονη επιθυμία για τη σύντροφό του.

03

έντονη επιθυμία, πάθος

an intense desire for something 
Παραδείγματα
He pursued his career with a lust for success. 

Κυνήγησε την καριέρα του με μια λαχτάρα για επιτυχία.

to lust
01

λαχταρώ, ποθώ με πάθος

to feel a strong sexual attraction or desire for someone 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
lust
γ΄ ενικό πρόσωπο
lusts
ενεστώτα μετοχή
lusting
απλός αόριστος
lusted
παθητική μετοχή
lusted
Παραδείγματα
He could not stop lusting after her. 

Δεν μπορούσε να σταματήσει να επιθυμεί μετά από αυτήν.

02

λαχταρώ, επιθυμώ με πάθος

to have an intense desire or craving for something 
Παραδείγματα
She lusted after success and recognition in her career. 

Αυτή ποθούσε την επιτυχία και την αναγνώριση στην καριέρα της.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store