Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Shinpad
01
περισκελίδα, προστατευτικό κνήμης
a stiff protective garment worn by hockey players or a catcher in baseball to protect the shins
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
shinpads
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
shinpad
shin
pad



























