Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to shake off
01
τινάζω, αποτινάσσω
to physically remove something by shaking
Transitive: to shake off particles or fluids
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
χωριστό
μόριο
off
βασικό ρήμα
shake
ενεστώτας
shake off
γ΄ ενικό πρόσωπο
shakes off
ενεστώτα μετοχή
shaking off
απλός αόριστος
shook off
παθητική μετοχή
shaken off
Παραδείγματα
The hiker tried to shake off the mud from his boots before entering the cabin.
Ο πεζοπόρος προσπάθησε να τινάξει τη λάσπη από τις μπότες του πριν μπει στο καλύβι.
02
απαλλαγώ από, ξεφορτώνομαι
to free oneself from something undesirable or negative, such as limitations, illnesses, etc.
Transitive: to shake off something undesirable
Παραδείγματα
He decided to shake the toxic relationship off, realizing it was hindering his personal growth.
Αποφάσισε να απαλλαγεί από τη τοξική σχέση, συνειδητοποιώντας ότι εμπόδιζε την προσωπική του ανάπτυξη.
03
απαλλαγώ από, ξεφορτώνομαι
to manage to avoid or escape from someone who is following or annoying one
Transitive: to shake off sb
Παραδείγματα
She managed to shake the persistent paparazzi off by taking a different route.
Κατάφερε να ξεφορτωθεί τους επίμονους παπαράτσι παίρνοντας μια διαφορετική διαδρομή.



























