Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Shake-up
01
αναδιοργάνωση, αναδιάρθρωση
a major reorganization or restructuring, especially of an organization or system
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
shake-ups
Παραδείγματα
The company underwent a major shake-up after the new CEO took over.
Η εταιρεία υπέστη μια μεγάλη αναδιάρθρωση μετά την ανάληψη καθηκόντων του νέου CEO.



























