Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Shake-up
01
αναδιοργάνωση, αναδιάρθρωση
a major reorganization or restructuring, especially of an organization or system
Παραδείγματα
The recent shake-up in the political party led to a shift in public opinion.
Η πρόσφατη αναδιάρθρωση στο πολιτικό κόμμα οδήγησε σε μετατόπιση της δημόσιας γνώμης.



























