Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to rope in
01
πείθω, εμπλέκω
to convince someone to take part in a situation, project, or task
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
in
βασικό ρήμα
rope
ενεστώτας
rope in
γ΄ ενικό πρόσωπο
ropes in
ενεστώτα μετοχή
roping in
απλός αόριστος
roped in
παθητική μετοχή
roped in
Παραδείγματα
She managed to rope in several friends to help with the charity event.
Κατάφερε να πείσει πολλούς φίλους να βοηθήσουν στην φιλανθρωπική εκδήλωση.
02
οριοθετώ με σκοινί, περικυκλώνω με σκοινί
to use a rope to divide or separate something
Παραδείγματα
They had to rope in the accident scene for the investigation.
Έπρεπε να περιφράξουν τη σκηνή του ατυχήματος για την έρευνα.
03
περικυκλώνω με σχοινί, ελέγχω με σχοινί
to physically use a rope or similar device to control or restrain someone
Παραδείγματα
The cowboys had to rope the wild stallion in before it could be tamed.
Οι καουμπόηδες έπρεπε να πιάσουν με σχοινί τον άγριο επιβήτορα πριν μπορέσει να εξημερωθεί.



























