Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
rootless
01
χωρίς ρίζες, άστεγος
having no home or not belonging to any particular community
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most rootless
συγκριτικός βαθμός
more rootless
διαβαθμίσιμο
Λεξικό Δέντρο
rootless
root



























