Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
resonant
01
αντηχητικός, ηχηρός
(of sound) having a deep, clear, and echoing effect
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most resonant
συγκριτικός βαθμός
more resonant
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The singer's resonant voice filled the concert hall with warmth and richness.
Η ηχηρή φωνή του τραγουδιστή γέμισε την αίθουσα συναυλιών με ζεστασιά και πλούτο.
02
αντηχητικός, αποκαλούμενος
evoking strong memories or associations
Παραδείγματα
The song was resonant of his childhood summers by the beach.
Το τραγούδι ήταν αντηχητικό των καλοκαιριών της παιδικής του ηλικίας στη παραλία.
Παραδείγματα
The resonant reds in the painting drew everyone's attention.
Τα ηχηρά κόκκινα στον πίνακα τράβηξαν την προσοχή όλων.
04
αντηχητικός
having the ability to amplify or respond to certain frequencies in a circuit, atom, or object
Παραδείγματα
The device's resonant frequency allowed it to pick up signals more clearly.
Η συντονιστική συχνότητα της συσκευής της επέτρεψε να πιάνει τα σήματα πιο καθαρά.
Λεξικό Δέντρο
nonresonant
resonant
sonant



























