Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
stentorian
01
βροντερή, δυνατή
(of voice or sound) loud, powerful, and booming
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most stentorian
συγκριτικός βαθμός
more stentorian
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The actor's stentorian voice filled the theater, commanding the attention of the entire audience.
Η βροντερή φωνή του ηθοποιού γέμισε το θέατρο, τραβώντας την προσοχή όλου του κοινού.



























