stentorian
sten
stɛn
sten
to
ˈtɔ:
taw
rian
riən
riēn

Ορισμός και σημασία του "stentorian"στα αγγλικά

stentorian
01

βροντερή, δυνατή

(of voice or sound) loud, powerful, and booming 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most stentorian
συγκριτικός βαθμός
more stentorian
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The actor's stentorian voice filled the theater, commanding the attention of the entire audience. 

Η βροντερή φωνή του ηθοποιού γέμισε το θέατρο, τραβώντας την προσοχή όλου του κοινού.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store